Wikisanakirja:Kreikan kielen sanalista υ

Wikisanakirjasta
Siirry navigaatioon Siirry hakuun

Wikisanakirja:Kreikan kielen sanalista

Υ[muokkaa]

υα[muokkaa]

υαι[muokkaa]

ύαινα

υακ[muokkaa]

- Υακίνθη - Υάκινθος - υάκινθος

υαλ[muokkaa]

υαλικός - υάλινος - υαλοβάμβακας - υαλοβερνίκωμα - υαλοβερνίκωση - υαλογράφημα - υαλογραφία - υαλογραφικός - υαλογράφος - υαλογραφώ - υαλοειδής - υαλόλιθος - υαλομέταξα - υαλόπαγος - υαλοπίνακας - υαλοπίναξ - υαλόπλασμα - υαλοποίηση - υαλοποίησις - υαλοποιώ - υαλοπωλείο - υαλοπωλείον - υαλοπώλης - ύαλος - υαλοσκεπής - υαλοστάσιον - υαλοτέχνης - υαλοτεχνία - υαλοτεχνική - υαλοτεχνικός - υαλότοιχος - υαλουργείο - υαλουργείον - υαλουργία - υαλουργικός - υαλουργός - υαλόφρακτος - υαλόφραχτος - υαλόχαρτον - υαλώδης - υάλωμα

υαρ[muokkaa]

υάρδα

υβο[muokkaa]

Υβόννη - ύβος - υβός

υβρ[muokkaa]

υβρεολόγιο - υβρεολόγιον - ύβρη - υβρίδιον - υβριδισμός - υβριδοποίηση - υβριδοποίησις - υβρίζω - ύβρις - υβριστής - υβριστικός - υβριστικώς - υβρίστρια

υβω[muokkaa]

ύβωμα - ύβωσις

υγ[muokkaa]

υγε[muokkaa]

υγειά - υγειολογία - υγειονομείο - υγειονομία - υγειονομικός - υγειονόμος

υγι[muokkaa]

υγιαίνω - υγιεινή - υγιεινολογία - υγιεινολόγος - υγιεινός - υγιής - υγιός - υγιώς

υγρ[muokkaa]

υγραέριο - υγραίνω - ύγρανση - υγραντικός - υγρασία - υγρό - υγρογράφος - υγρόληκτος - υγρόληχτος - υγρολογία - υγρομετρία - υγρομετρικός - υγρόμετρο - υγρόπισσα - υγροποίηση - υγροποιήσιμος - υγροποιητικός - υγροποιώ - υγροσκοπία - υγροσκοπικός - υγροσκόπιο - υγροστάτης - υγροταξία - υγρότητα - υγροτροπισμός - υγρόφιλος

υδ[muokkaa]

υδα[muokkaa]

υδαρής - υδαταγωγός - υδαταέριο - υδαταποθήκη - υδατικός - υδάτινος - υδατογραφία - υδατογραφικός - υδατογράφος - υδατογραφώ - υδατοειδής - υδατοκαλλιέργεια - υδατοκομία - υδατολογία - υδατομέτρηση - υδατομετρία - υδατομετρικός - υδατόμετρο - υδατοπέδιο - υδατοποσία - υδατόπτωση - υδατόσημο - υδατοσκοπία - υδατοσκοπικός - υδατοστεγής - υδατοστρόβιλος - υδατόστρωμα - υδατόσφαιρα - υδατοσφαιριστής - υδατοφράκτης - υδατοφράχτης - υδατώδης

υδν[muokkaa]

ύδνον

υδρ[muokkaa]

υδραγωγείο - υδραγωγός - υδραίικος - υδραιμία - υδραιμικός - υδραντλία - υδραργυρικός - υδραργυρούχος - υδραργύρωμα - υδραργύρωση - ύδραρθρον - ύδραρθρος - υδράργυρος - υδρατμός - υδραυλική - υδραυλικός - υδρείο - υδρεύομαι - ύδρευση - υδρευτικός - υδρία - υδροβιολογία - υδροβιολογικός - υδρόβιος - υδρόγειος - υδρογέφυρα - υδρογεωλογία - υδρογνώμων - υδρογονάνθρακας - υδρογόνο - υδρογονοβόμβα - δρογονοσταγονίδιο - υδρογονούχος - υδρογονώνω - υδρογόνωση - υδρογραφία - υδρογραφικός - υδροδείκτης - υδροδείχτης - υδροδιάλυση - υδροδιαλυτός - υδροδότηση - υδροδοτικός - υδροδοτώ - υδροδοχείο - υδροδυναμική - υδροδυναμικός - υδρόζωα - υδροηλεκτρικός - υδροηλεκτρισμός - υδροθειικός - υδρόθειο - υδροθειούχος - υδροθεραπευτήριο - υδροθεραπευτικός - υδροθερμικός - υδροθήκη - υδροθώρακας - υδροϊωδικός - υδροϊώδιο - υδροκεφαλικός - υδροκεφαλισμός - υδροκέφαλος - υδροκήλη - υδροκηλικός - υδροκινητήρας - υδροκίνητος - υδροκρίτης - υδροκριτικός - υδροκυανικός - υδροκυάνιο - υδροκύστωμα - υδρολαίλαψ - υδρολήπτης - υδροληψία - υδρολίπανση - υδρολογία - υδρολογικός - υδρολόγος - υδρόλυση - υδρολυσία - υδρομαντεία - υδρομασάζ - υδρομάστευση - υδρομάστευσις - υδρομέδουσα - υδρόμελι - υδρομεταλλουργία - υδρομέτρηση - υδρομετρητής - υδρομετρία - υδρόμετρο - υδρομηχανική - υδρόμυλος - υδρονομέας - υδρονομείο - υδρονομή - υδρονομικός - υδροξείδιο - υδροξίδιο - υδροξύλιο - υδροπλάνο - υδροπληξία - υδροπνευματικός - υδροπονία - υδροποσία - υδρόπτερο - υδρόρνις - υδρορρόη - υδρορροή - υδροσκοπία - υδροσκοπικός - υδροσκόπος - υδροστάθμη - υδροστάσιο - υδροστάτης - υδροστατική - υδροστατικός - υδροστρόβιλος - υδρόσφαιρα - υδροσωλήνας - υδροτεχνία - υδροτεχνική - υδροτουρμπίνα - υδροτροπικός - υδροτροπισμός - υδροφοβία - υδροφοβικός - υδρόφοβος - υδροφόρα - υδροφορία - υδροφόρος - υδροφράκτης - υδροφράχτης - υδρόφυτα - υδρόφυτο - υδροχαρής - υδρόχαρος - υδροχλωρικός - υδροχλώριο - υδροχόη - Υδροχόος - υδροχρωματίζω - υδροχρωμάτισμα - υδροχρωματισμός - υδροχρωματιστής - ύδρωμα - υδρωπικία - υδρωπικός - υδρωπισμός - ύδρωψ

υε[muokkaa]

υελ[muokkaa]

ύελος

υεμ[muokkaa]

Υεμένη

υετ[muokkaa]

υετός

υι[muokkaa]

υιι[muokkaa]

υιικός

υιο[muokkaa]

υιοθέτηση - υιός

υλ[muokkaa]

υλα[muokkaa]

υλακτώ

υλι[muokkaa]

υλικό - υλικός - υλικότητα - υλιστής - υλιστικός - υλίστρια

υλο[muokkaa]

υλοζωία - υλοζωικός - υλοζωισμός - υλοζωιστής - υλοζωίστρια - υλοποιώ - υλοτόμηση - υλοτομία - υλοτομικός - υλοτόμος - υλοτομώ

υμ[muokkaa]

υμε[muokkaa]

υμείς - υμέναιος - υμένας - υμενικός - υμενοειδής - υμενοπλαστική - υμενόπτερα - υμενώδης - υμέτερος

υμί[muokkaa]

Υμίρ

υμν[muokkaa]

ύμνηση - υμνητής - υμνήτρια - υμνογραφία - υμνογραφικός - υμνογράφος - υμνογραφώ - υμνολογία - υμνολογικός - υμνολόγιο - υμνολόγιον - υμνολόγος - υμνολογώ - υμνώ - υμνωδία - υμνωδός - υμνωδώ

υν[muokkaa]

υνί - υνίον

υο[muokkaa]

υοειδής

υπ[muokkaa]

υπα[muokkaa]

υπαγόρευση - υπαγορεύω - υπάγω - υπαγωγή - υπαίθρια - υπαίθριος - υπαιθρίως - ύπαιθρο - ύπαιθρον - ύπαιθρος - υπαινιγμός - υπαινικτικός - υπαινίσσομαι - υπαισθησία - υπαιτιότης - υπαιτιότητα - υπακοή - υπακούω - υπαλλαγή - υπαλληλάκος - υπαλληλία - υπαλληλίκι - υπαλληλικός - υπαλληλίσκος - υπαλληλοποίηση - υπάλληλος - υπαμοιβή - υπανάπτυκτος - υπανάπτυξη - υπανάπτυξις - υπαναχώρηση - υπαναχώρησις - υπαναχωρώ - υπανδρεία - υπανδρεύω - ύπανδρος - υπάνθρωπος - υπάντησις - υπαντώ - υπαξιωματικός - Υπαπαντή - υπαρκτικός - υπαρκτός - υπαρξιακός - ύπαρξις - υπαρξισμός - υπαρξιστής - υπαρξιστικός - υπαρξίστρια - υπαρχηγία - υπαρχηγός - υπάρχοντα - ύπαρχος - υπασπιστήριο - υπαστυνόμος - υπατεία - υπατεύω - Υπατία - υπατικός - Υπάτιος

υπε[muokkaa]

υπεγγύηση - υπέγγυος - υπεγγυότητα - υπεγγύως - υπέδαφος - υπεκκαίω - υπεκμισθώνω - υπεκμίσθωση - υπεκφεύγω - υπεκφυγή - υπολογιστής - υπεναντίος - υπένδυση - υπενδύτης - υπενδύω - υπενθυμίζω - υπενθύμιση - υπενοικιάζω - υπενοικίαση - υπενωμοτάρχης - υπεξάγω - υπεξαγωγή - υπεξαίρεση - υπεξαιρώ - υπεξούσιος - υπεξουσιότητα - υπεράγαθος - υπεράγαν - υπεραγαπώ - υπεραερισμός - υπεραθλητής - υπεραιμία - υπεραιμικός - υπεραιμοσφαιρία - υπεραίρομαι - υπεραίρω - υπεραισθησία - υπεραισθητικός - υπερακοντίζω - υπεραμύνομαι - υπερανάληψη - υπεράνθρωπος - υπεράνω - υπεραξία - υπεράξιος - υπεραπασχόληση - υπεράριθμος - υπεραρκετός - υπερασπίζω - υπεράσπιση - υπεράσπισις - υπερασπιστής - υπερασπίστρια - υπεραστικός - υπερασφάλιση - υπερασφάλισις - υπερατομικός - υπεραυξάνω - υπεραύξηση - υπεραύξησις - υπεραφθονία - υπεράφθονος - υπερβαίνω - υπερβαλλόντως - υπερβάλλω - υπέρβαση - υπερβασία - υπέρβασις - υπερβατικός - υπερβατός - υπερβέβαιος - υπερβιταμίνωση - υπερβιταμίνωσις - υπερβολή - υπερβολικός - υπερβολικώς - υπερβόρειος - υπεργαλακτία - υπέργειος - υπεργολαβία - υπεργολάβος - υπερδεξιός - υπερδιέγερση - υπερδιεγερσιμότης - υπερδιεγερσιμότητα - υπερδιέγερσις - υπερδισύλλαβος - υπερδύναμη - υπερεγώ - υπέρεισμα - υπερεκκρίνω - υπερέκκριση - υπερέκκρισις - υπερέκταση - υπερεκτείνω - υπερεκτίμηση - υπερεκτίμησις - υπερεκτιμώ - υπερεκχείλιση - υπερεκχείλισις - υπερένδοξος - υπερένταση - υπερέντασις - υπερεντείνω - υπερεπάρκεια - υπερεπαρκώ - υπερευαισθησία - υπερευαίσθητος - υπερευχαριστώ - υπερέχω - υπερήλικος - υπερημερία - υπερήμερος - υπερήφανος - υπερηχητικός - υπερηχογράφημα - υπερηχογραφία - υπερηχογράφος - υπερηχοθεραπεία - υπέρηχος - υπερήψυλος - υπερθέαμα - υπερθεματίζω - υπερθεμάτιση - υπερθεμάτισις - υπερθεματισμός - υπερθεματιστής - ύπερθεν - υπερθέρμανση - υπερθερμία - υπέρθερμος - υπέρθεση - υπέρθεσις - υπερθετικός - υπερθυμία - υπερθυρεοειδισμός - υπέρθυρο - υπέρθυρον - υπερίδρωσις - υπερίπταμαι - υπερίσχυση - υπερίσχυσις - υπερισχύω - υπεριώδης - υπέρκαλος - υπερκαλύπτω - υπέρκειμαι - υπερκέρασις - υπερκέρδος - υπερκερώ - υπερκομματικός - υπερκόπωση - υπερκόπωσις - υπερκορεσμός - υπερκόσμιος - υπέρλαμπρος - υπερλιπιδαιμία - υπερλίπωση - υπερλίπωσις - υπέρλογος - υπέρμαχος - υπερμαχώ - υπερμεγέθης - υπέρμετρα - υπέρμετρος - υπερμετρωπία - υπερμέτρως - υπερμέτρωψ - υπερμνησία - υπερνίκηση - υπερνίκησις - υπερνικώ - υπέρογκος - υπεροξείδιο - υπεροξείδιον - υπεροπλία - υπεροπτικώς - υπερόπτις - υπερόπτισσα - υπερορία - ύπερος - υπερούσιος - υπερουσιότης - υπερουσιότητα - υπέροχα - υπεροχή - υπέροχος - υπερόχως - υπερπαραγωγή - υπερπέραν - υπερπήδηση - υπερπήδησις - υπερπηδώ - υπερπλασία - υπερπληθυσμός - υπερπληθωρισμός - υπερπλήρης - υπερπληρώνω - υπερπλήρωση - υπερπλήρωσις - υπερπολυτέλεια - υπερπολυτελής - υπερπολυτελώς - υπερπόντιος - υπερπροσπάθεια - υπερπροστατευτικός - υπερρεαλιστής - υπερρεαλιστικός - υπερρεαλίστρια - υπερσιβηρικός - υπερσιτίζω - υπερσίτιση - υπερσίτισις - υπερσιτισμός - υπέρσοφος - υπερσύγχρονος - υπερσυντέλικος - υπερτασικός - υπέρτασις - υπέρτατος - υπερτέλειος - υπέρτερος - υπερτερώ - υπερτίμημα - υπερτίμηση - υπερτίμησις - υπερτιμώ - υπερτονία - υπερτονικός - υπέρτονος - υπερτραφής - υπερτρίχωση - υπερτρίχωσις - υπερτροφία - υπερτροφικός - υπερύψωση - υπερύψωσις - υπερφαλαγγίζω - υπερφαλάγγιση - υπερφίαλα - υπερφίαλος - υπερφιάλως - υπερφορτίζω - υπερφόρτιση - υπερφόρτισις - υπέρφορτος - υπερφορτώνω - υπερφόρτωση - υπερφόρτωσις - υπερφυής - υπερφυσικός - υπερχειλίζω - υπερχείλιση - υπερχείλισις - υπερχλωρυδρία - υπερχρονίζω - υπερχρονισμός - υπερχρωμία - υπερψηφίζω - υπερψήφιση - υπερψήφισις - υπερψώνω - υπερώα - υπερωικός - υπερώιος - υπερωκεάνιο - υπερωκεάνιος - υπερώο - υπερώον - υπερωρία - υπερωριακός - υπερωριμάζω - υπερωρίμανση - υπερωρίμανσις - υπερωρίμαση - υπερώριμος - υπεύθυνα - υπεύθυνος - υπευθυνότης - υπευθυνότητα - υπευθύνως - υπέχω

υπη[muokkaa]

υπήκοος - υπηκοότης - υπηκοότητα - υπήνεμα - υπήνεμος - υπηνέμως - υπηρεσιακός - υπηρέτης - υπηρέτηση - υπηρέτησις - υπηρέτρια - υπηρετριούλα - υπηρετώ

υπί[muokkaa]

υπίατρος - υπίλαρχος

υπν[muokkaa]

υπνάκος - υπναλέος - υπναράς - υπναρού - υπνηλία - υπνοβασία - υπνοβάτης - υπνοβατικός - υπνοβάτις - υπνοβάτισσα - υπνοβατώ - υπνοβότανο - υπνοδωμάτιο - υπνοδωμάτιον - υπνολαλιά - υπνοφαντασιά - υπνοφαντασία - υπνοφοβία - υπνοφόρος - υπνώνω - ύπνωση - ύπνωσις - υπνωτήριο - υπνωτήριον - υπνωτίζω - υπνωτικός - υπνώτιση - υπνώτισις - υπνωτισμός - υπνωτιστής - υπνωτιστικός - υπνωτίστρια - υπνώττω

υπο[muokkaa]

υποαπασχόληση - υποαπασχολούμαι - υποβαθμίζω - υποβάθμιση - υποβαθμιστικός - υπόβαθρο - υπόβαθρον - υποβάλλω - υποβαστάζω - υποβιβάζω - υποβίβαση - υποβιβασμός - υποβιταμίνωση - υποβιταμίνωσις - υποβλέπω - υποβλητικός - υποβλητικότης - υποβλητικότητα - υποβλητικώς - υποβοηθητικός - υποβοηθώ - υποβολέας - υποβολείο - υποβολείον - υποβολεύς - υποβολή - υποβολιμαία - υποβολιμαίος - υποβολιμαίως - υποβόσκω - υποβρύχια - υποβρυχιακός - υποβρύχιο - υποβρύχιον - υποβρύχιος - υποβρυχίως - υπογαλακτία - υπογαστρικός - υπογάστριον - υπόγεια - υπόγειο - υπόγειον - υπόγειος - υπογείως - υπογένειο - υπογένειον - υπογεννητικότητα - υπογλυκαιμία - υπογλυκαιμικός - υπόγλυκος - υπογλυχαιμία - υπογλώσσιος - υπογοναδισμός - υπογραμμή - υπογραμμίζω - υπογράμμιση - υπογράμμισις - υπογραμμός - υποδαυλίζω - υποδαύλιση - υποδαύλισις - υποδεέστερα - υποδεέστερος - υποδεεστέρως - υπόδειγμα - υποδειγματικός - υποδειγματικώς - υποδεικνύω - υπόδειξη - υπόδειξις - υποδείχνω - υποδεκάμετρο - υποδεκάμετρον - υποδεκανεύς - υποδένομαι - υποδένω - υπόδερμα - υποδερμικός - υπόδεσις - υποδετήριον - υποδέχομαι - υποδηλώνω - υποδήλωση - υποδήλωσις - υπόδημα - υποδηματοκαθαριστής - υποδηματοποιείο - υποδηματοποιείον - υποδηματοποιία - υποδηματοποιός - υποδηματοπωλείο - υποδηματοπωλείον - υποδηματοπώλης - υπόδηση - υπόδησις - υποδιαίρεση - υποδιαίρεσις - υποδιαιρώ - υποδιαστολή - υποδιεύθυνση - υποδιεύθυνσις - υποδιευθυντής - υποδιευθύντρια - υποδικία - υπόδικος - υποδιοίκηση - υποδιοίκησις - υποδομή - υποδόριος - υποδορίως - υπόδουλος - υποδουλώνω - υποδούλωσις - υποδοχέας - υποδοχεύς - υποδύομαι - υποεκτίμηση - υποεκτιμώ - υποζύγιο - υποζύγιον - υπόηχος - υποθαλάμιος - υποθάλαμος - υποθαλάσσιος - υποθάλπω - υπόθαλψη - υπόθαλψις - υποθερμαίνω - υποθερμία - υποθερμικός - υπόθερμος - υπόθεσις - υποθετικός - υποθετικώς - υπόθετο - υπόθετον - υποθέτω - υποθήκευση - υποθηκεύσιμος - υποθήκευσις - υποθηκεύω - υποθήκη - υποθηκοφύλακας - υποθηκοφυλακείο - υποθηκοφυλακείον - υποθηκοφύλαξ - υποθυρεοειδισμός - υποκαθίσταμαι - υποκαθιστώ - υποκαιώ - υποκατανάλωση - υποκατανάλωσις - υποκατασκευή - υποκατάσταση - υποκατάστασις - υποκατάστατος - υποκατάστημα - υποκάτω - υπόκειμαι - υποκειμενικός - υποκειμενικότης - υποκειμενικότητα - υποκειμενικώς - υποκειμενισμός - υποκείμενο - υποκείμενον - υποκείμενος - υποκελευστής - υποκίνηση - υποκινησία - υποκίνησις - υποκινητής - υποκινήτρια - υποκινώ - υποκλείδιος - υποκλέπτω - υποκλίνομαι - υπόκλιση - υπόκλισις - υποκλοπή - υποκλυσμός - υποκόμης - υποκόμισσα - υποκόπανος - υποκορισμός - υποκοριστικό - υποκοριστικόν - υποκοριστικός - υποκοριστικώς - υπόκοσμος - υποκρίνομαι - υπόκριση - υποκρισία - υποκριτής - υποκριτική - υποκριτικός - υποκριτικότης - υποκριτικότητα - υποκριτικώς - υποκρίτρια - υπόκρουση - υποκρούω - υποκρύπτω - υπόκρυψις - υποκύανος - υποκύπτω - υπόκωφα - υπόκωφος - υπολαμβάνω - υπόλειμμα - υπολειμματικός - υπολείπομαι - υπολειτουργία - υπολειτουργώ - υπόλευκος - υπολήπτομαι - υπόληψη - υπόληψις - υπολογίζω - υπολογίσιμος - υπολογισμός - υπολογιστής - υπολογιστικός - υπολογίστρια - υπόλογος - υπόλοιπο - υπόλοιπον - υπόλοιπος - υπομάζιος - υπομάλης - υπομειδίαμα - υπομειδιώ - υπομένω - υπομηχανικός - υπομιμνήσκω - υπομισθώνω - υπομίσθωση - υπομίσθωσις - υπομισθωτής - υπομισθώτρια - υπομνημαστιστής - υπομνηματίζω - υπομνηματικός - υπομνηματισμός - υπόμνηση - υπόμνησις - υπομνηστικός - υπομοίραρχος - υπομονετικός - υπομονεύω - υπομονή - υπομονητικός - υπομονητικώς - υπομόχλευση - υπομόχλευσις - υπομοχλεύω - υπομόχλιο - υπομόχλιον - υποναύαρχος - υπόνοια - υπονόμευση - υπονόμευσις - υπονομευτής - υπονομευτικός - υπονομεύτρια - υπονομεύω - υπόνομος - υπονοούμενος - υπονοώ - υπόξανθος - υπόξινος - υποπερίοδος - υπόπικρος - υποπίπτω - υποπλασία - υποπλοίαρχος - υποπολιτισμός - υποπολλαπλάσιο - υποπολλαπλάσιον - υποπρακτορείο - υποπρακτορείον - υποπροϊόν - υποπρολεταριάτο - υποπροξενείο - υποπροξενείον - υποπρόξενος - υποπτέραρχος - υποπτεύομαι - ύποπτος - υπόπτως - υπόρραμμα - υπορράπτω - υποσελίδιος - υποσέλιδος - υποσημειώνω - υποσημείωση - υποσημείωσις - υποσιτίζω - υποσίτιση - υποσιτισμός - υποσκάβω - υποσκάπτω - υποσκελίζω - υποσκέλιση - υποσκέλισις - υποσκελισμός - υποσκιάζω - υποσκίαση - υποσκίασις - υποσκίασμα - υποσμηναγός - υποσμηνίας - υποσμία - υποσπαδίας - υπόσπονδος - υποστάθμη - υποσταθμός - υποστασιακός - υπόστασις - υποστάτης - υποστατικό - υποστατικόν - υποστατικός - υποστατός - υποστέγασμα - υπόστεγο - υπόστεγον - υποστέλλω - υποστήριγμα - υποστηρίζω - υποστηρικτής - υποστήριξη - υποστήριξις - υποστηριχτής - υποστηρίχτρια - υποστιγμή - υποστολή - υποστρέφω - υποστροφή - υπόστροφος - υπόστρωμα - υπόστυλος - υποστύλωμα - υποστυλώνω - υποστύλωση - υποσυνείδητα - υποσυνείδητο - υποσυνείδητον - υποσυνείδητος - υποσυνειδήτως - υπόσχεσις - υποσχετικό - υποσχετικόν - υποσχετικός - υπόσχομαι - υποταγή - υποτακτική - υπόταξη - υπόταξις - υπόταση - υποτασικός - υποτάσσομαι - υποτάσσω - υποταχτική - υποταχτικός - υποτείνουσα - υποτέλεια - υποτελής - υποτίθεται - υποτίμημα - υποτίμησις - υποτιμώ - υποτιτλίζω - υποτιτλισμός - υπότιτλος - υποτονία - υποτονικός - υποτραχήλιο - υποτραχήλιον - υποτρέμω - υποτριγμός - υποτρίζω - υποτροπή - υποτροπιάζω - υποτροπιασμός - υποτροπικός - υπότροπος - υποτροφία - υπότροφος - υποτυπώδης - υποτυπωδώς - ύπουλα - ύπουλος - υπουλότης - υπουλότητα - υπούλως - υπουργείο - υπουργείον - υπούργημα - υπουργήσιμος - υπουργία - υπουργικός - υπουργίνα - υπουργός - υπουργώ - υπουρίς - υποφαινόμενος - υπόφαιος - υποφερτός - υποφέρω - υποφορά - υποφρούραρχος - υπόφυση - υποφώσκω - υποχείριος - υποχλωριώδης - υποχόνδρια - υποχονδριάζω - υποχονδριακός - υποχόνδριος - υποχοντρία - υποχοντριάζω - υποχοντριακός - υποχόντριος - υπόχρεος - υποχρεούμαι - υποχρεώνομαι - υποχρεώνω - υποχρέωση - υποχρεωτικός - υπόχρυσος - υποχρωμία - υποχώρηση - υποχωρητικός - υποχωρώ - υπόψη - υποψήφιος - υποψηφιότητα - υποψία - υποψιάζομαι - υπόψυχρος

υπτ[muokkaa]

ύπτια - υπτιάζω - υπτίασις - υπτιασμός - ύπτιος

υσ[muokkaa]

υστ[muokkaa]

ύστατος - ύστερα - υστέρα - υστεραίος - υστεραλγία - υστέρημα - υστέρηση - υστερία - υστερικός - υστερινός - υστερισμός - υστερνός - ύστερο - υστερόβουλα - υστεροβουλία - υστερόβουλος - υστερογενής - υστερογενώς - υστερόγραφο - υστερόγραφον - υστεροελλαδικός - υστερολογία - υστερολογώ - ύστερον - υστερόπονοι - υστεροπτωσία - ύστερος - υστεροτοκία - υστερότοκος - υστερόχρονος - υστερώ

υτ[muokkaa]

ύτριο - υττέρβιο

υφ[muokkaa]

υφα[muokkaa]

υφάδι - υφαίνω - υφαίρεση - υφάκι - ύφαλα - υφάλμυρος - υφαλοδείκτης - υφαλοδείχτης - υφαλοκρηπίδα - ύφαλος - ύφανση - υφαντήριο - υφαντής - υφαντική - υφαντικός - υφαντός - υφαντουργείο - υφαντουργία - υφαντουργικός - υφαντουργός - υφάντρα - υφάντρια - υφαρπαγή - ύφασμα - υφασματέμπορος - υφασματοσκόπιο

υφε[muokkaa]

υφέν - ύφεση - υφέσιμος

υφη[muokkaa]

υφή - υφηγεσία - υφηγητής - υφηγητικός - υφηγήτρια

υφι[muokkaa]

υφίσταμαι - υφιστάμενη - υφισταμένη - υφιστάμενος

υφο[muokkaa]

υφολογία - ύφος

υφυ[muokkaa]

υφυπουργείο - υφυπουργός

υψ[muokkaa]

υψη[muokkaa]

υψηλόμισθος - υψηλός - υψηλοτάτη - υψηλότατος - υψηλότητα - υψηλοφρονώ - υψηλοφροσύνη - υψηλόφρων - υψηλόφωνα - υψηλόφωνος - υψηλοφώνως

υψι[muokkaa]

υψικάμινος - υψίκορμος - ύψιλον - υψίπεδο - υψίπεδον - υψιπετής - υψιπέτης - Ύψιστος - ύψιστος - υψιτενής - υψιτενώς - υψίφωνος

υψο[muokkaa]

υψομετρία - υψομετρικός - υψομετρικώς - υψόμετρο - υψόμετρον

υψω[muokkaa]

ύψωμα - υψωμός - υψώνω - ύψωση - ύψωσις